Μετάβαση στην κεντρική σελίδα του site

Το Άγιον Μανδήλιον (Αγία Σινδόνη)~~~~και~~~~Εικόνα Χριστού του 6ου αιώνα
«ὁ ἑωρακὼς ἐμὲ ἑώρακε τὸν πατέρα»
~~~~~~~~~~~~~~~~~~~
Η πρώτη φωτογραφία στην γη τραβήχτηκε χωρίς ανθρώπινη παρέμβαση το 33 μ.Χ. και απεικονίζει το πρόσωπο του Χριστού αλλά και όλο το Σώμα του την στιγμή της Ανάστασης του, δηλαδή την στιγμή που επανήλθε στην ζωή το σώμα του και ταυτόχρονα έγινε η μεταβολή στο σώμα του από φθαρτό σε άφθαρτο και από υλικό σε αιθέριο.
Η αποτύπωση έγινε χρησιμοποιώντας σαν φωτογραφικό φιλμ την σινδόνη με την οποία είχε τυλίξει ο Ιωσήφ το σώμα του Χριστού.
Την στιγμή εκείνη επέτρεψε, να βγει μια φυσική αλλά και υπερφυσική ακτινοβολία από το σώμα του που η ισχύς της ήταν τέτοια ώστε αφενός μεν διαπέρασε τα δύο μεταλλικά νομίσματα που κάλυπταν τα μάτια του και τα αποτύπωσε όπως ήταν ανοιχτά πάνω στη σινδόνη, αφετέρου δε χωρίς να κατακαύσει την σινδόνη.
Το ότι τα μάτια είναι ανοιχτά και όχι κλειστά, δείχνει ότι η αποτύπωση έγινε την στιγμή της Ανάστασης.
Τα νομίσματα διακρίνονται σαν 2 αμυδροί κύκλοι γύρω από τα μάτια Του.
Διακρίνονται στο πρόσωπο οι πληγές από το ακάνθινο στεφάνι, τα ραπίσματα και τους προπηλακισμούς.
Ασφαλώς όλο αυτό έγινε για να αφήσει την εικόνα του στους πιστούς του όλων των αιώνων.
Η χάρη Του ευδοκεί να την βλέπουμε και εμείς σήμερα.
Αυτή η Σινδόνη διπλωμένη έτσι ώστε να φαίνεται μόνο το πρόσωπο ήταν τα παλιά χρόνια αναρτημένη στην είσοδο της πόλης Έδεσσας Συρίας (σημερινή Urfa Τουρκίας). Το 638μ.Χ. η πόλη κυριεύεται από τους Πέρσες. Λίγο αργότερα οι Βυζαντινοί εισβάλουν στην πόλη και παίρνουν την Σινδόνη στην Κωνσταντινούπολη. Το 1204 λεηλατείται η Κωνσταντινούπολη από τους Φράγκους που την μεταφέρουν στο Παρίσι και χάνονται τα ίχνη της μέχρι το 1353 που εμφανίζεται στη Liery της Γαλλίας. Το 1578 μεταφέρεται στο Τορίνο Ιταλίας.
Είναι η Σινδόνη που σήμερα βρίσκεται στον Καθολικό καθεδρικό ναό στο Τορίνο της Ιταλίας, πολυπραγμονούμενη, αμφισβητούμενη, συνεχώς ερευνούμενη και κάθε χρόνο γινόμενη σημείον αντιλεγόμενον.
Υπάρχει και το Άγιον Μανδήλιον, αλλά όπως φαίνεται είναι η ίδια η Σινδόνη διπλωμένη ώστε να φαίνεται μόνο το πρόσωπο του Χριστού και δεν υπάρχει άλλη αποτύπωση.
Η Αγία του Χριστού Εκκλησία από αρχαίων χρόνων καθιέρωσε ειδική εορτἠ για τιμή αυτού του Μανδηλίου που εορτάζεται στις 16 Αυγούστου και έχει ωραιότατο κανόνα του Πατριάρχου Κων/πόλεως Γερμανού Α΄ που τον έγραψε περι το 700 μΧ. Δεξιά της αποτύπωσης του Προσώπου είναι μία εικόνα του Χριστού εγκαυστικής τεχνοτροπίας με χρονολόγηση περι το 530 μΧ που βρίσκεται στην μονή της Αγίας Αικατερίνης στο Σινά και φαίνεται ξεκάθαρα ότι αγιογραφήθηκε έχοντας ως πρότυπο το αποτύπωμα της σινδόνης. Εκτός των ανωτέρω υπάρχουν δεκάδες άλλα ιστορικά ντοκουμέντα για την ύπαρξη της Σινδόνης - Μανδηλίου. Και δεν είναι δημιούργημα κανενός μεσαιωνικού καλλιτέχνη όπως λένε κάποιοι. Εξάλλου φαίνεται και μπορεί να το καταλάβει και ο πιο άσχετος ότι είναι φωτογραφία και όχι προσωπογραφία, αφού είναι ολοζώντανη και μιλάει.
~~~~~~~~~~~~~~~~~~~
Η Αγία Σινδόνη ολόκληρη, δηλαδή η σινδόνη με την οποία τύλιξε ο Ιωσήφ το Σώμα του Χριστού και το εναπέθεσε στον Τάφο και που έγινε φωτογραφικό φιλμ αποτυπώνοντας το πολύπαθο Σώμα του Χριστού.
Εγώ αδελφοί με φόβο και τρόμο εκθέτω εδώ την σινδόνη και καταλαβαίνω ότι από πολύ σεβασμό οι παλαιοί Χριστιανοί την είχαν διπλωμένη ώστε να φαίνεται μόνο το πρόσωπο και έτσι να εκτίθεται ως μανδήλιον.
Όμως από την άλλη θεωρώ ότι είναι χρήσιμο να δούμε τα πάθη και το μαρτύριο που υπέφερε αυτό το άγιο Σώμα για την δική μας σωτηρία, όπως το είδαν οι αυτόπτες και αυτήκοοι μάρτυρες τω καιρώ εκείνω.

Διακρίνονται οι χαρακιές από τις μαστιγώσεις σε ολόκληρο το Σώμα του Χριστού και ιδίως στην πλάτη και στα πόδια.

Σε μια πιο κοντινή φωτογραφία φαίνεται η πληγή από το καρφί στον καρπό του αριστερού χεριού.

ΑΠΟΔΕΙΞΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΓΙΑ ΣΙΝΔΟΝΗ ΑΠΟ ΤΙΣ ΓΡΑΦΕΣ
Από τους τέσσερις Ευαγγελιστές.
1ο Ευαγγέλιο κατά Ματθαίον κεφ 27: "...καὶ λαβὼν τὸ σῶμα ὁ Ἰωσὴφ ἐνετύλιξεν αὐτὸ σινδόνι καθαρᾷ, καὶ ἔθηκεν αὐτὸ ἐν τῷ καινῷ αὐτοῦ μνημείῳ ..."

2ο Ευαγγέλιο κατά Μάρκον κεφ 15: "...καὶ ἀγοράσας σινδόνα (ὁ Ἰωσὴφ) καὶ καθελὼν αὐτὸν ἐνείλησε τῇ σινδόνι καὶ κατέθηκεν αὐτὸν ἐν μνημείῳ..."

3ο Ευαγγέλιο κατά Λουκάν Κεφ 23: "...καὶ καθελὼν αὐτὸ (ὁ Ἰωσὴφ) ἐνετύλιξε σινδόνι καὶ ἔθηκεν αὐτὸ ἐν μνήματι λαξευτῷ..."

4ο Ευαγγέλιο κατά Ιωάννην κεφ 19. Είναι ο μόνος (σχεδόν, διότι δες πιο κάτω πως αναφέρεται και ο Λουκάς σε δεύτερη φάση) που δεν αναφέρει σινδόνη αλλά μόνο οθόνια. Λέει: "...ἔλαβον οὖν (ὁ Ἰωσὴφ και ο Νικόδημος) τὸ σῶμα τοῦ Ἰησοῦ καὶ ἔδησαν αὐτὸ ἐν ὀθονίοις μετὰ τῶν ἀρωμάτων, καθὼς ἔθος ἐστὶ τοῖς Ἰουδαίοις ἐνταφιάζειν."
Αυτό δεν λέει ούτε προϋποθέτει ότι αφαίρεσαν πρώτα την σινδόνη με την οποία το ενετύλιξαν κατεβάζοντας από τον Σταυρό. Και το λογικό είναι να μην τολμούσαν από βαθύ σεβασμό να ξανα-γυμνώσουν το σώμα του Ιησού χάριν του να το τυλίξουν με οθόνια.
Άρα μια εκδοχή για το Ιωάννου ευαγγέλιο θα ήταν να τύλιξαν τα οθόνια πάνω από την σινδόνη χωρίς να χρονοτριβούν γιατί και οι στιγμές ήταν κρίσιμες και κινδύνευε η ζωή τους και φυσικά η διαδικασία κανονικής οθονοποίησης θέλει και πολλές ώρες και πολλά χέρια, και μάλιστα μέσα στο σκοτάδι και ανθρώπους να φροντίζουν για τον φωτισμό με δαυλούς, αφού όταν ζήτησε το σώμα ο Ιωσήφ είχε δύσει πια ο ήλιος όπως λένε τα Ευαγγέλια.
Μία δεύτερη εκδοχή που μου φαίνεται και πιο ορθή θα ήταν, όταν ο Ευαγγελιστής Ιωάννης λέει οθόνια δεν εννοεί τα κλασικά οθόνια που τύλιγαν τους νεκρούς, δηλαδή λουρίδες υφάσματος λινού εμποτισμένου σε ειδικό κολλητικό υγρό, αλλά εννοεί την ίδια την σινδόνη. Για τον απλό λόγο ότι η σινδόνη που κλασικά αποτελεί εξάρτημα του κρεβατιού, εφόσον χρησιμοποιείτε για να περιτυλίξει τον νεκρό υπό αυτές τις συνθήκες παύει να είναι σινδόνη και γίνεται οθόνια.
Και δεν είναι αυθαιρεσία αυτό. Το συμπέρασμα ότι δηλαδή τα οθόνια και η σινδόνη στην περίπτωση του Ιησού είναι το ίδιο πράγμα προκύπτει φυσικά και αβίαστα αν λάβουμε υπόψη και τον Ευαγγελιστή Λουκά που και αυτός αναφέρει και σινδόνη και οθόνια αλλά ως εξής:
Στο κεφ 23 λέει: "...καὶ καθελὼν αὐτὸ (ὁ Ἰωσὴφ) ἐνετύλιξε σινδόνι καὶ ἔθηκεν αὐτὸ ἐν μνήματι λαξευτῷ..." εδώ τίποτε για οθόνια.
Λίγο παρακάτω στο κεφ 24 λέει: "ὁ δὲ Πέτρος ἀναστὰς ἔδραμεν ἐπὶ τὸ μνημεῖον, καὶ παρακύψας βλέπει τὰ ὀθόνια κείμενα μόνα, καὶ ἀπῆλθε πρὸς ἑαυτόν, θαυμάζων τὸ γεγονός.", δηλαδή εδώ τίποτε για σινδόνη αλλά η σινδόνη μετατράπηκε με το στόμα του ίδιου του ευαγγελιστού Λουκά σε οθόνια. Να πως προκύπτει ότι τα οθόνια που λέει ο Ιωάννης στο Ευαγγέλιο και η σινδόνη είναι το ίδιο πράγμα.
Παρεμπιπτόντως, οθόνια κανονικά και κανονική σαβανοποίηση έγινε στον τετραήμερο Λάζαρο όπου ούτε βία υπήρχε ούτε λόγος να μην τηρηθεί η ακριβής παράδοση των Ιουδαίων.

Όπως είπαμε υπάρχει κανόνας ωραιότατος γραμμένος από τον Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως Άγιο Γερμανό Α΄ (ήταν σύγχρονος και γνωστός με τον Άγιο Ανδρέα Κρήτης) περί το 700μΧ. Υπάρχει εικασία ότι αυτός έγραψε και τον Ακάθιστο Ύμνο διότι στις ημέρες του έγιναν τα γεγονότα και εψάλη πρώτη φορά. Φυσικά αυτό δεν μπορεί να αμφισβητηθεί διότι είναι αποδεδειγμένο ιστορικά και επιστημονικά το πότε έζησε και έγραψε ο πατριάρχης Γερμανός Α΄ και υπάρχουν παλαιά χειρόγραφα με αυτό τον κανόνα. Αν δεν υπήρχε Σινδόνη-Μανδήλιον τότε για ποιό Μανδήλιον εγράφη αυτός ο κανόνας; Την αναφέρει βέβαια ως Μανδήλιον διότι οι Βυζαντινοί την είχαν διπλωμένη και φαινόταν μόνο το πρώσωπο του Χριστού όπως ακριβώς ήταν και στην είσοδο της πόλης Έδεσσας Συρίας.
Παρατηρήστε το πρόσωπο της Σινδόνης και την διπλανή αγιογραφία του Χριστού. Η αγιογραφία, με εγκαυστική τεχνοτροπία που βρίσκεται στην μονή της Αγίας Αικατερίνης στο Σινά, είναι επιστημονικά τεκμηριωμένο ότι έγινε αρχές του 6ου αιώνα. Συγκρίνετε τα χαρακτηριστικά των δύο προσώπων. Για παράδειγμα την τέλεια ομοιότητα των φρυδιών. Αυτό δείχνει ότι ο ζωγράφος το 530μΧ είχε σαν πρότυπο αυτό το μανδήλιο.
Ασφαλώς το παρόν θέμα δεν είναι πίστεως αλλά επιστήμης και αποδείξεως, και σε οποιαδήποτε περίπτωση δεν κρίνει όποιον έχει τις αμφιβολίες του και δεν πρέπει να νιώθει άβολα. Εξάλλου η ελπίδα μας, ο Κύριος δεν περιπατεί πλέον επί της γης ως απλός άνθρωπος, αλλά είναι στον ουρανό όπου μετατίθεται και όλη η ελπίδα μας για την απόλαυση της μελλούσης ζωής που είναι Αυτός.
Εφόσον όμως τα αποδεικτικά στοιχεία δεν αντίκεινται στην ορθόδοξη διδασκαλία πίστη και ζωή τα εκθέτω άφοβα για να τα γνωρίσουν και άλλοι.
~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~
~~~~~~~~~~~~~~

Παρατίθεται η ακολουθία που καθιέρωσε η Εκκλησία για να εορτάζει το γεγονός.
ΤΗ ΙΣΤ' ΤΟΥ ΜΗΝΟΣ ΑΥΓΟΥΣΤΟΥ
Μνήμη τῆς ἐξ Ἐδέσσης ἀνακομιδῆς τῆς ἀχειροποιήτου Εἰκόνος τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ, ἤτοι τοῦ Ἁγίου Μανδηλίου.
Ὁ Κανὼν τῆς Ἁγίας Εἰκόνος, οὗ ἡ Ἀκροστιχίς.
Σῆς ἐκσφράγισμα Σῶτερ ὄψεως σέβω.
Γερμανοῦ Πατριάρχου. (8ος αιώνας)
Ἦχος πλ. β'

ᾨδὴ α'
Εἱρμός. Ὡς ἐν ἠπείρῳ πεζεύσας.
Σωματικῶς μορφωθῆναι τὸ καθ' ἡμᾶς, ὁ τὸ πρὶν ἀσώματος, εὐδοκίᾳ πατρικῇ, μὴ ἀπανηνάμενος μορφῆς, ἐχαρίσατο ἡμῖν θεῖον Ἐκτύπωμα.

Ἡ ἀπαράλλακτος φύσις ὁ τοῦ Πατρός, ὄρος ἀκριβέστατος, τὴν βροτείαν ὑπελθών, σάρκα ἰδιώματα ἐν γῇ, καταλέλοιπεν ἡμῖν εἰς οὐρανοὺς ἀνελθών.

Σαλευομένην ἀπάτῃ τοῦ δυσμενοῦς, τὴν κληρονομίαν σου, ἐδικαίωσας Χριστέ, τοῖς σεπτοῖς σου πάθεσιν αὐτήν, ἑδραιώσας, καὶ μορφῆς τῷ ἐκτυπώματι.

Θεοτοκίον
Ἐκ τῶν ἀγνῶν σου λαγόνων ὑπερφυῶς, σάρκα δανεισάμενος, ὁ τὸ εἶναι παρασχών, πᾶσι Παναμώμητε βροτοῖς, καθωράθη, οὐκ ἐκστὰς οὗ ἦν τὸ πρότερον.

ᾨδὴ γ
Εἱρμός. Οὐκ ἔστιν Ἅγιος ὡς σὺ.
Καταστολῇ τῶν ἀρετῶν, περιέδησας Σῶτερ, τὴν σεπτὴν Ἐκκλησίαν, κινήσας βασιλικήν, καρδίαν συνασπισμόν, ἐκζητῆσαι σοῦ τὸ ἀφομοίωμα.

Συλῆσαι θέλων τὰ καλά, καὶ χρόνῳ μειῶσαι, ὁ τοῦ φθόνου γεννήτωρ, χερσὶ βεβήλοις αὐτά, περέδωκεν ἀναιδῶς, ἀλλ' ἠλέγχθη, μάτην λογιζόμενος.

Φαιδρῶς ἠγάλλετο ποτέ, ὁ Δαυῒδ προχορεύων, Κιβωτοῦ τῆς ἁγίας, καὶ νῦν ὁ σκῆπτρα λαχών, ἰθύνειν βασιλικά, πλέον χαίρει, θείῳ ἐκτυπώματι.

Θεοτοκίον
Ῥιζόθεν πᾶσαν ἐκτεμεῖν, τοῦ προπάτορος θέλων, ὁ Υἱός σου Παρθένε, φυεῖσαν παρακοήν, ἐκ τῆς γαστρός σου ἁγνή, προσλαμβάνει, ὅλον τὸ ἀνθρώπινον.

ᾨδὴ δ'
Εἱρμός. Χριστός μου δύναμις.
Ἀπανιστάμενον, τῆς πρὸς ἀνίσχοντα, καὶ πρὸς τὴν ἡμετέραν τὸ ἱερόν, Σῶτερ ἐκμαγεῖόν σου· νῦν ὁ θεόφρων Βασιλεύς, πλησιάσαν ὑποδέχεται.

Γλυκὺ μὲν ἥλιος, αὐγάζων ὄμμασι, γλυκυτέρα δὲ ὄψις ἡ σὴ Χριστέ, τοῦ ἀφομοιώματος, ὅτι ὁ μὲν τὰ αἰσθητά, αὕτη δὲ τὰ νοητὰ φωταυγεῖ.

Ἰσχὺς ἐξέλιπεν, Ἰσμαηλίτιδος, δεξιᾶς· τῷ γὰρ ὅπλῳ τῷ τοῦ Σταυροῦ, πᾶσαν τὴν περίβολον, ὁ κραταιόφρων Βασιλεύς, τὴν αὐτῆς εἰς γῆν κατέβαλεν.

Θεοτοκίον
Συντηρηθῆναί σου, τὴν πόλιν Ἄχραντε, ἀσινῆ ἐξ ἐφόδου βαρβαρικῆς, πρέσβευε δεόμεθα· ἴδε γὰρ οἷα κατ' αὐτῆς, οἱ ἀλάστορες τεκταίνουσιν.

ᾨδὴ ε'
Εἱρμός. Τῷ θείῳ φέγγει σου.
Μικρὰ σοι πόλις ὑποδοχήν, πρῴην κατηυτρέπιζε Χριστέ, ἣν ἡ Θαδδαίου ἐπέλευσις, νόσων ἀπαλλάττει, καὶ τῆς χειρός σου γραφήν, καὶ θεῖον ἀπεικόνισμα τοῦ προσώπου σου.

Αἱ τῶν χαρίτων σου δωρεαί, ὑπερεπληθύνθησαν Χριστέ· ἃ γὰρ τὸ πρῴην ἡ Ἔδεσσα, ἐγκολπωσαμένη ἐνεκαυχήσατο, ἡ Νέα δεχομένη Ῥώμη ἀγάλλεται.

Θεοτοκίον
Στῆσον Παρθένε τῶν δυσμενῶν, τὰς ἐπαναστάσεις τὰς πυκνάς· λῦσον αὐτῶν τὰ βουλεύματα, τῇ κληρονομίᾳ τῇ σῇ βοήθησον· ὁρᾷς γὰρ ἀπειρήκαμεν ταῖς κακώσεσιν.

ᾨδὴ ς'
Εἱρμός. Συνεσχέθη.
Ὡραιώθης, κάλλει παρὰ πάντας, Σῶτερ τοὺς υἱοὺς τῶν βροτῶν· κἂν γὰρ οὐκ εἶδος εἶχες, οὐδὲ κάλλος ἐν καιρῷ τοῦ πάθους, ἀλλὰ τῷ ὄντι πάντα κατεφώτιζες, καὶ δηλοῖ σου τῆς μορφῆς ἡ θέα, ἧς τὸ ὁμοίωμα, ῥάκει ἐκτυπωθέν, ὥσπερ θησαυρὸς ἡμῖν δεδώρηται.

Τῆς ἰσχύος, προσαφαιρεθεῖσα, τῶν Ἀγαρηνῶν ἡ πληθύς, ὥσπερ ἐξ ἀλλοφύλων, κιβωτόν, Ἰσραηλίτῃ νέῳ, τὸ τοῦ προσώπου νῦν προσέτι δέδωκεν, ἐκμαγεῖόν σου Χριστὲ καὶ δόξαν, ἣν προσεκτήσατο· οὐδὲ γὰρ θεμιτόν, Ἅγια προσεπιρρίπτεσθαι.

Θεοτοκίον
Ἐκ χειρός σου, Σῶτερ τῆς ἰσχύος, νῦν ὑπεξέλιπον ἐγώ, ἀλλὰ τὰς μάστιγάς σου, ἀποστήσας ἀπ' ἐμοῦ πρεσβείαις, τῆς ἀπειράνδρως Λόγε κυησάσης σε, μὴ τῷ κλύδωνι τῆς ἁμαρτίας καταποντίζεσθαι, καὶ δεινῶς ναυτιᾶν, μόνε λυτρωτὰ ἐγκαταλίπῃς με.

Σ Υ Ν Α Ξ Α Ρ Ι Ο Ν
Τῇ αὐτῇ ἡμέρᾳ, ἀνάμνησις τῆς εἰσόδου τῆς ἀχειροτεύκτου Μορφῆς τοῦ Κυρίου καὶ Θεοῦ καὶ Σωτῆρος ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ, ἐκ τῆς Ἐδεσσηνῶν πόλεως, εἰς ταύτην τήν θεοφύλακτον καὶ Βασιλίδα τῶν πόλεων ἀνακομισθείσης.
Στίχοι
Ἐν σινδόνι ζῶν ἐξεμάξω σὴν θέαν,
Ὁ νεκρὸς εἰσδὺς ἔσχατον τὴν σινδόνα.

ᾨδὴ ζ'
Εἱρμός. Οἱ παῖδες ἐν Βαβυλῶνι.
Ῥήματι μὲν πᾶσαν νόσον, Λόγε Θεοῦ ἐφυγάδευσας, ἐπὶ γῆς ἐνδημῶν, ἀλλὰ θώκους πρὸς πατρικοὺς ἀνερχόμενος, διὰ τοῦ Ἐκτυπώματος, θεραπεύεις τὰς νόσους ἡμῶν.

Ὁ κτίσας λόγῳ τὰ πάντα, καὶ μορφωθεὶς τὸ ἀλλότριον, τῆς ἰδίας μορφῆς, καταλέλοιπεν ἡμῖν ἰδιώματα, ἅπερ ὑποδεχόμενοι, ἐν χαρᾷ εὐφραινόμεθα.

Ψυχῆς ἐξ ὅλης ζητήσας, τῆς σῆς ἰδέας ἐκσφράγισμα, ὁ πιστὸς Βασιλεὺς ὡς ἐζήτησεν, οὕτως ἔτυχε Κύριε, κατάλληλον εὑράμενος, θείου πόθου τὸ πλήρωμα.

Θεοτοκίον
Ἐλύθη τῆς καταδίκης, τῆς παλαιᾶς τὸ ἀνθρώπινον, τῇ κυήσει τῇ σῇ· σὲ γὰρ μόνην πλατυτέραν εὑράμενος, τῶν οὐρανῶν Πανάμωμε, ὁ Θεὸς κατεσκήνωσεν.

ᾨδὴ η'
Εἱρμός. Νόμων πατρῴων.
Ὥσπερ ἐν ὄψει, σὲ τὸν Κύριον, ἐλπίζων ἐνδημῆσαι πᾶς ὁ τῆς πόλεως, λαὸς ἔκκριτος ὑπάντησιν, θαυμαστὴν σοι ποιεῖται, Ἀρχιερέων θεῖον ἐπαγόμενος χορόν, ὧν ἐπ' ὤμων ὀχούμενος, καὶ πρὸς κληρονομίαν, εἰσβαλὼν τὴν οἰκείαν Οἰκτίρμον, ἐν τῷ τῆς Μητρός σου, κατέπαυσας τεμένει.

Στόματα παίδων, τῶν ἀκάκων σε, πρὸς τὴν προφητοκτόνον πόλιν ὁδεύοντα, ὑμνολόγουν, ἀλλ' ἡ ἄνομος, συναγωγὴ Ἑβραίων, φονῶσαν χεῖρα, ὥπλιζε λυττῶσα κατὰ σοῦ· νῦν δὲ πόλις ἡ ἔννομος, πανδημεὶ προχυθεῖσα, ὡς οἷά σε τὸν Κτίστην ὁρῶσα, χαίρει δεχομένη τὸν τύπον τῆς μορφῆς σου.

Θεοτοκίον
Σάρκα φορέσαι προελόμενος, τῆς τοῦ Πατρός, μεγάλης βουλῆς ὁ Ἄγγελος, ἐν νηδύϊ σου Πανάχραντε, ἐτελεσιουργήθη, καὶ σὲ Μητέρα κάτω, ἀπεγράψατο σεμνή, καὶ φθαρεῖσαν ἐκαίνισε τὴν βροτείαν οὐσίαν, ὃν πάντες εὐλογοῦμεν ὡς Κτίστην, καὶ ὑπερυψοῦμεν εἰς πάντας τοὺς αἰῶνας.

ᾨδὴ θ'
Εἱρμός. Ξενίας δεσποτικῆς.
Ἐξέμηνε κατὰ σοῦ, λαὸς ἀσύνετος Σῶτερ, καὶ ἀντ' εὐεργεσίας, σοὶ τὰ ἀνήκεστα, τολμηρῶς ἐπανετείνετο, ἀλλ' ἡμεῖς οἱ μακρὰν ἀπωσθέντες, τοῖς σοῖς πάθεσι Σῶτερ υἱοθετήθημεν.

Βοήθειαν κατ' ἐχθρῶν, τοῖς εὐσεβέσι παράσχου, καὶ πιστοῖς βασιλεῦσιν, ὅτι τὰ σύμβολα τῆς σαρκός σου, ὥσπερ ἄμαχον φρούριον, Δέσποτα κεκτημένοι, δι' αὐτῶν ἀφορῶσι τὴν σωτηρίαν αὐτῶν.

Θεοτοκίον
Ὡράθη τοῖς ἐπὶ γῆς, σωματοφόρος ὁ Λόγος, διπλοῦς κατὰ τὴν φύσιν ἐκ σοῦ Πανάμωμε, ἀντιδόσει τῆς Θεότητος, ὑποστάσει μιᾷ ἀφύρτως, ἑνωθεὶς τῷ φυράματι, ὅν δοξάζομεν.

Στιχηρὰ τῆς Ἁγίας Εἰκόνος.
Ἦχος β'
Ποίοις εὐφημιῶν.
Ποίοις οἱ γηγενεῖς ὄμμασιν ἐποψόμεθά σου τὴν εἰκόνα; ἣν τὰ τῶν Ἀγγέλων στρατεύματα, βλέπειν ἀδεῶς, οὐ δεδύνηνται, θεϊκῷ φωτὶ ἀστραπτομένην· ἀπαίρει γάρ ἀπὸ γῆς ἀπίστων σήμερον, καὶ πόλιν πρὸς Βασιλίδα καὶ λαὸν εὐσεβῆ, ἐπιδημεῖ θείᾳ νεύσει, ἧς περ τῇ εἰσόδῳ, ἐπευφραίνονται Βασιλεῖς, προσπίπτοντες ταύτῃ, μετὰ φόβου Χριστὲ καὶ πίστεως.

Ποίαις οἱ χοϊκοὶ ψαύσομεν, τῆς Εἰκόνος σου Λόγε παλάμαις; οἱ ῥερυπωμένοι τοῖς πταίσμασι, τοῦ ἀναμαρτήτου Θεοῦ ἡμῶν; οἱ ἐν μολυσμοῖς, τοῦ ἀπροσίτου; Καλύπτει τὰ Χερουβὶμ τὰς ὄψεις τρέμοντα, οὐ φέρει τὰ Σεραφὶμ ὁρᾶν τὴν δόξαν σου, φόβῳ δουλεύει σοι κτίσις. Μὴ οὖν κατακρίνῃς ἀναξίως σου τὴν μορφήν, Χριστὲ τὴν φρικτήν, ἀσπαζομένους ἡμᾶς ἐκ πίστεως.

Πάλιν Δεσποτικῆς πάρεστι, πανηγύρεως θεία ἡμέρα· ὁ γὰρ ἐν ὑψίστοις καθήμενος, νῦν ἡμᾶς σαφῶς ἐπεσκέψατο, διὰ τῆς σεπτῆς αὐτοῦ Εἰκόνος, ὁ ἄνω τοῖς Χερουβίμ ὢν ἀθεώρητος, ὁρᾶται διὰ γραφῆς οἷς περ ὡμοίωται. Πατρὸς ἀχράντῳ δακτύλῳ, μορφωθεὶς ἀρρήτως, καθ' ὁμοίωσιν τὴν αὐτοῦ· ἣν πίστει καὶ πόθῳ, προσκυνοῦντες ἁγιαζόμεθα.

Ἀπολυτίκιον τῆς Ἁγίας Εἰκόνος
Ἦχος β'
Τὴν ἄχραντον Εἰκόνα σου, προσκυνοῦμεν ἀγαθέ, αἰτούμενοι συγχώρησιν τῶν πταισμάτων ἡμῶν, Χριστὲ ὁ Θεός· βουλήσει γὰρ ηὐδόκησας σαρκί, ἀνελθεῖν ἐν τῷ Σταυρῷ, ἵνα ῥύσῃ οὓς ἔπλασας, ἐκ τῆς δουλείας τοῦ ἐχθροῦ· ὅθεν εὐχαρίστως βοῶμέν σοι· Χαρᾶς ἐπλήρωσας τὰ πάντα, ὁ Σωτὴρ ἡμῶν, παραγενόμενος εἰς τὸ σῶσαι τὸν κόσμον.

Κοντάκιον. Ἦχος β’. Τοὺς ἀσφαλεῖς.
Τὴν θεαυγῆ, τῆς σῆς Μορφῆς ἐμφέρειαν, ζωαρχικάς, μαρμαρυγὰς ἀστράπτουσαν, ἐξ Ἐδέσσης ἐδεξάμεθα, ὥσπερ φορέα πάσης δόσεως· Σὺ γὰρ τὴν σὴν εἰκόνα μορφωσάμενος, αὐτὴν πρὸς τὸ ἀρχέτυπον ἀνήγαγες, ὁ μόνος ὑπάρχων πολυέλεος.

Μεγαλυνάριον.
Ἦκεν ἐξ Ἐδέσσης ἡ σὴ Εἰκών, ἐν τῇ βασιλίδι, κομισθεῖσα περιφανῶς, καὶ τῆς σῆς προνοίας, ἐκλάμπει τὰς ἀκτῖνας, ἡλιακὸς ὡς δίσκος, ἡμῖν Φιλάνθρωπε.

Μετάβαση στην κεντρική σελίδα